Μαρίνα Γρηγοροπούλου | Ρόδα και δράκοι (εκδόσεις Ιωλκός, 2026)
Αν το βιβλίο Ρόδα και Δράκοι ήταν επιστημονικό δοκίμιο, θα ήταν μια μελέτη με αντικείμενο την ζωή, με λογοτεχνικό corpus έρευνας και με φιλοσοφική προσέγγιση, περίπου στο ύφος της μονογραφίας μου Φιλοσοφικές ματιές στη λογοτεχνία (Οροπέδιο, 2016)· αν ήταν μυθιστόρημα, που ποτέ δεν έχω αποπειραθεί να γράψω, το φαντάζομαι σαν μιαν αφήγηση in media res για τις αλλαγές και τις ανατροπές του βίου, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν την ύπαρξη· αν ήταν θεατρικό έργο, όπως ένα τρίπρακτο που «χλώμιασε» μοναχό στο συρτάρι του χρόνου, θα πρωταγωνιστούσαν προσωποποιημένες έννοιες φιλοσοφικής καταγωγής κάτω από την μάσκα της προσωπικής και της κοινωνικής εμπειρίας· αν, πάλι, επρόκειτο για την πρώτη ποιητική συλλογή των νεανικών μου χρόνων (Το παιχνίδι μας, Παρασκήνιο 2007) και είχε αυτόν τον τίτλο, θα ήταν γιατί κάποτε νόμιζα ότι τα ρόδα και οι δράκοι διαχωρίζονται άμεσα, απόλυτα και οριστικά· τώρα πιστεύω ότι αγκαλιάζονται και αντιμάχονται το ένα στοιχείο το άλλο μέσα στον ίδιο άνθρωπο και την κοινωνία των ανθρώπων: «[…] ρ(όδα) και δ(ράκοι) / η καρδιά» (από το ομώνυμο ποίημα).
Ακριβώς αυτή η αίσθηση, που βαθμιαία εξελίχθηκε σε πεποίθηση, αποτυπώνεται με ενάργεια στο βασισμένο σε ιδέα μου πρωτότυπο εξώφυλλο της λίαν καλαίσθητης εκδοτικής ομάδας της «Ιωλκού». Γιατί τα 21 ποιήματα της συλλογής, διαφοροποιούμενα ως προς την έκταση, επιγραφόμενα κυρίως με ουσιαστικά, σπανίως με επίθετα και ένα μόνο με επίρρημα (μολονότι μετανιώνω εκ των υστέρων για την απουσία ρήματος σε τίτλο!), διακρινόμενα από συγκινησιακή χρήση της γλώσσας, εσωτερικό ρυθμό και αναπαραστατικότητα και τοποθετημένα στο βιβλίο με «ψυχική» ακολουθία συγγραφής, αφηγούνται (ή άδουν) μια ιστορία διαλεκτικών ζευγών.
Η ζωή και ο θάνατος, ο έρωτας και ο θάνατος συμπλέκονται με μια σχεδόν ανεπαίσθητη ειρωνική αποστροφή προς την μοίρα που διαπερνά την συλλογή: «Ενώ εσύ έτρεμες / -έτρεμες κατακόρυφο το σκοτάδι-, εγώ αγάπησα. / Ποιος μπορεί να μη διαλέγει το φως;» («Ζωή»)· η καρδιά του ποιητικού υποκειμένου και η καρδιά του/των αγαπημένου/αγαπημένων προσώπου/προσώπων συνδιαλέγονται («Η καρδιά» και «Η καρδιά σου»)· η ελπίδα του έρωτα και ο φόβος της απόρριψης συμπορεύονται(«Προσμονή» και «Ευθραυστότητα»)· η σπηλιά και η πανσέληνος χωρούν στην ίδια στροφή, ενώ οι δημιουργικές δυνάμεις της ψυχής εισχωρούν στους καταστροφικούς της δαίμονες: «Σπηλιά γεμάτη / χειρόγραφους δαίμονες / η ποίηση. / Τους παίζω μουσική στον τρούλο της ψυχής. / Πώς αλλιώς να μιμηθώ τη δημιουργία;» («Σπηλιές»)· η φαντασία και η σκέψη, αντικριστά τυπωμένες, συμπληρώνουν στα ομώνυμα ποιήματα η μία την άλλη· σε καιρό ειρήνης, «ο νους πηγαίνει ν’ αλωθεί / στο θέαμα του κόσμου» («Άλωση»), καθώς το προσωπικό όραμα και η κοινωνική ματαίωση συμβαδίζουν,μα και συνεχίζουν· στον «Πόλεμο», η νίκη και η ήττα αθέλητα συμβιώνουν· διαχρονικά και οικουμενικά η άβυσσος και το φως σηματοδοτούν αξεδιάλυτα την αρχή και το τέλος μας: «Διαπομπεύοντας την άβυσσο / γεννηθήκαμε. / […] Διακορεύοντας το φως / θ’ αντικρίσουμε πληθυντικό το πρόσωπό Του.» («Εν-Διάμεσα»)· η άμμος και ο ουρανός κοιτάζονται ατελεύτητα κατά τον αγώνα της ανθρώπινης και της κοσμικής ανέλιξης.
Προδήλως, λοιπόν, για μένα ρόδα και δράκοι όχι μόνο συνυπάρχουν, αλλά και συνδέουν την ατομική κατάσταση με την συλλογική συνθήκη, συνδιαμορφώνοντας το πεδίο της δοκιμασίας μέσα από την έκφραση της υποκειμενικότητας του εαυτού, την συνάντηση με την υποκειμενικότητα του Άλλου και την εσωτερίκευση της εξωτερικής πραγματικότητας σε μια ρητή ή υπόρρητη διαλεκτική προσώπων και εννοιών. Η διαλεκτική της δοκιμασίας αναδύεται και στους στίχους ποιητικής, ακόμη και αν αυτή η παράμετρος δεν είναι η μοναδική στο ποίημα, εφόσον ανιχνεύεται ή υποκρύπτεται η σχέση του ποιητικού όντος με την ίδια την τέχνη που αγωνίζεται να υπηρετήσει. «Ποίηση είναι / η αλήθεια κάθε σημείου στίξης» («Ποίηση»). Επιπλέον, τα πέντε διάσπαρτα στο βιβλίο επιγράμματα, διά μέσου της στοχαστικότητας και της προτροπής, δίνουν εν συντομία τον τόνο της διαλεκτικής του αγώνα· μετά την λακωνική παρώθηση «πριν σκοτεινιάσει, / μάζεψε πορτοκάλια / από το άρμα του ήλιου», έπεται η δυναμική προτροπή για την μάχη του Καλού με το Κακό «κόψε την άβυσσο / στα δυο / με το σπαθί σου» και συντελείται η ολοκλήρωση με τη δήλωση της αγάπης ως απόλυτης αποδοχής και ως αέναης υπέρβασης ρόδων και δράκων: «Αγαπώ / θα πει / μου περισσεύει αιωνιότητα» («Επίγραμμα V)» .
Τούτο το τελευταίο ποίημα της συλλογής θεωρώ ότι εκ νέου θυμίζει και φυσικά υπογραμμίζει την ουσία των περίφημων στίχων του Λειβαδίτη που κοσμούν την αρχή του βιβλίου: «Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να ’χει καρδιά. / Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται / να παραμερίσει την καρδιά του» («Σε περιμένω παντού»). Έτσι, νιώθω ότι τελικά δημιουργείται ένα σχήμα κύκλου που ξεκινά εμβληματικά με το συναίσθημα της αγάπης, διαγράφει την τροχιά του εμπεριέχοντας ποικίλες πτυχές της ζωής και καταλήγει αποφθεγματικά σ’ έναν ορισμό της αγάπης· ταυτόχρονα, ο κύκλος εξελίσσεται σε σπείρα, παραμένοντας ανοικτός σε αναγνώσεις, αναστροφές και μεταστροφές. Άλλωστε, τόσο η συγγραφή, όσο και η αναγνωστική ανταπόκριση έχουν τα δικά τους ρόδα και τους δικούς τους δράκους…




