Ρεβέκκα Μπεκιάρη «Αβίαστα» – οι έφηβοι έχουν φωνή
Ως έφηβη, έχω αισθανθεί αμέτρητες φορές πως είμαι λίγη, πως δεν επαρκώ, ούτε ανταπεξέρχομαι στις προσδοκίες τις δικές μου και της κοινωνίας. Οποιαδήποτε στιγμή αισθανθώ ντροπή, φόβο και ειρωνική διάθεση, σταματάω να μιλάω αμέσως. Είναι τουλάχιστον θλιβερό να παρατηρώ τους ενήλικες να εκλαμβάνουν τη σιωπή μου ως αδιαφορία. Ωστόσο, δε γεννήθηκαν με λανθασμένη κρίση, τη διαμόρφωσαν μέσω των ερεθισμάτων που έλαβαν και συνεχίζουν να λαμβάνουν από τον περίγυρό τους. Αφού δε βρήκαν τη δύναμη να τα αγνοήσουν, τα αφομοίωσαν. Αυτός είναι και ο λόγος που σχεδόν κανένας άνθρωπος δε καταλαβαίνει πότε γίνεται προσβλητικός και πότε όχι: Έχει μάθει να λέει ό,τι σκέφτεται και να το μεταφράζει ως ειλικρίνεια, αδιαφορώντας για τα όρια των άλλων. Θεωρείται λοιπόν ευκολότερη η υποτίμηση, παρά η αλλαγή.
Το περιεχόμενο της συλλογής και οι σκέψεις πίσω από αυτό
Η ποιητική συλλογή «Αβίαστα» αποδεικνύει πως οι έφηβοι έχουν φωνή. Κατανοούν και παρατηρούν οτιδήποτε συμβαίνει, συχνά περισσότερο από έναν ενήλικα. Τα προβλήματά τους δεν είναι ασήμαντα ούτε απαραίτητα παροδικά. Τα τραύματά τους λειτουργούν ως καταφύγιο όταν η κοινωνία αποτυγχάνει να τα θεραπεύσει ή να τα αποτρέψει. Κανένας δε θα έπρεπε να αισθάνεται ασφαλής ανατρέχοντας σε αναμνήσεις που τον στιγμάτισαν, όμως αυτό δε κάνουν οι συγγραφείς; Χρησιμοποιούν το τραύμα προς όφελός τους, το παραποιούν ή το γενικεύουν και στη συνέχεια το μοιράζονται με τον κόσμο.
Ούσα έφηβη, γνωρίζω πως φαίνονται οι άνθρωποι από την οπτική μας. Σε μερικές σελίδες του βιβλίου, που έγραψα όσο ήμουν ακόμη δεκατεσσάρων, παρατίθενται υπαρξιακά ζητήματα τα οποία συνοδεύονται από μία ρητορική ερώτηση στο τέλος τους. Προφανώς αυτό συμβαίνει επιτηδευμένα, ώστε ο αναγνώστης να σκεφτεί και να ανακαλύψει ποια απάντηση τον ικανοποιεί, ή ακόμα να αντιληφθεί το νόημα του ίδιου του ποιήματος.
Κατά τη γνώμη μου, τα άτομα είναι πολυδιάστατα όντα. Θεωρείται δύσκολο να τους προσδιορίσεις με μία μονάχα λέξη ή να τους κατατάξεις σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο. Αυτή είναι άλλωστε η μαγεία της ζωής: Η σκέψη έξω από κουτάκια που ποτέ δε ζωγράφισες και ταμπέλες που ποτέ δε ζήτησες. Τέτοιου είδους αμφιλεγόμενα ζητήματα με επίκεντρο τον άνθρωπο, όπως ας πούμε η νέα γενιά, ο πρώτος έρωτας, τα απωθημένα και ο στυλοβάτης της συλλογής, η εφηβεία, αναλύονται ιδιαίτερα στο περιεχόμενό της.
Το σύγγραμμα αυτό από εδώ και στο εξής λαμβάνει κι άλλη ιδιότητα.
Να μου υπενθυμίζει πως υπήρξα ευαίσθητη και ικανή, κάθε φορά που αισθάνομαι πως δεν υπάρχω για εμένα, αλλά για τους άλλους. Κάθε στιγμή που η έμπνευση λείπει. Τότε, χωρίς να το γνωρίζω θα βιώνω την αληθινή ευτυχία, αυτή που κρύβεται στα απλά, σε όσα θεωρούμε δεδομένα. Όμως με τι καρδιά να τη νιώσω πλέον; Η ψυχή, ύστερα από τραυματικές εμπειρίες, μεταστρέφεται σε μια ξεχωριστή λειτουργία, αυτή της καταστολής, για να σταματήσει να απογοητεύεται. Άπαξ και συμβεί αυτό, δε καταλύεται πια ούτε από αρνητικά, ούτε από θετικά συναισθήματα.
Ειρωνικό που αποβιώνει για να γεννηθεί.
Ο τίτλος «Αβίαστα» και η σημασία του
Στο σημείο αυτό, να προσθέσω πως ό,τι αποτυπώνεται στη συλλογή βασίζεται σε μία αβίαστη, αυθόρμητη ιδέα που υπεραναλύεται στη συνέχεια. Εξού και το όνομά της. Άργησα να καταλήξω, ήθελα να είναι κάτι που ταιριάζει με όλα τα ποιήματά μου, όχι μόνο το ομώνυμο ποίημα «Αβίαστα». Στη συνέχεια κατάλαβα πως η λέξη εκείνη καθώς και η ειρωνεία που θέλει τους ποιητές «μηχανές», να δημιουργούν αβίαστα χωρίς καμία διακοπή, με λιτή αλλά ταυτόχρονα αναπτυγμένη δομή και γλώσσα, αποτελεί τη τέλεια επιλογή. Κατανοητή και συγχρόνως υπαινικτική, γεννώντας ερωτήματα σε ποικίλες ηλικιακές ομάδες με ιδιομορφίες, διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες καθώς και τρόπο με τον οποίο αποδέχονται το ξένο.
Ο συλλογισμός από την αρχή έως την ολοκλήρωση των ποιημάτων
Κατά τη διάρκεια αυτού του συγγραφικού ταξιδιού, αναγκάστηκα να επανέλθω στο παρελθόν και να βρεθώ αντιμέτωπη με κάθε εκδοχή του εαυτού μου. Να αισθανθώ ό,τι και τότε.
Ο λυγμός χωρίς σταματημό μετά τα δέκατα τέταρτα γενέθλιά μου. Το καλοκαίρι που πέρασα μόνη. Οι απονενοημένες προσπάθειες να γίνω αρεστή. Ο πρώτος μου ανεκπλήρωτος έρωτας που με γέμιζε ενώ σταδιακά με άδειαζε. Η ανασφάλεια πως ποτέ δε θα ξεπεράσω όσα με πλήγωσαν βαθιά και χάραξαν το αποτύπωμά τους στη ψυχή μου.
Ένα χρόνο μετά, είχα δίκιο. Δε ξέχασα τίποτα, όμως συνήθισα τον πόνο και συμβιβάστηκα. Μετέτρεψα όσα με σκότωσαν σε κινητήρια δύναμη για να ζήσω, να γίνω αυτή που είμαι σήμερα. Πιο ώριμη, ρεαλίστρια και επιφυλακτική απέναντι στις προθέσεις των άλλων. Κάπως έτσι χάθηκε και μεγάλο μέρος της φαντασίας μου. Πιάνω τον εαυτό μου να απορεί που κάποτε, προσπαθούσα συνεχώς να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα, να δω το καλό στους ανθρώπους ανεξαρτήτως τι μου έδειχναν εκείνοι. Ίσως σιγά σιγά εκλείπει και η ελπίδα μου, όμως δεν ξέρω κατά πόσο θέλω να επιστρέψει. Η ζωή φαντάζει πιο εύκολη όσο τη ζεις πραγματικά, αλλά πιο όμορφη και δελεαστική στο νου. Το δίλημμα αυτό τυραννάει ακούσια κάθε έφηβο. Σπάνια επιλέγουν συνειδητά το μονοπάτι τους. Η καρδιά περιπλέκει τα γεγονότα, συνεχίζει να παλεύει για όσα θέλησε κάποτε πολύ μέχρι τελευταίων ασπασμών, αβίαστα. Μέχρι να δεχτεί τόσες βελόνες που να μην υπάρχει πια για να νιώσει. Τότε αναλαμβάνει το μυαλό. Ίσως είναι και το μοναδικό εφόδιό μας να προχωρήσουμε μπροστά. Αν το καλλιεργήσουμε σωστά, μας ανταμείβει. Καταβάθος, δε μας αρέσει η κυριαρχία του.
Δε μας υπόσχεται παραμυθένιο τέλος.




