Ένας κόσμος με πολλές εισόδους | Βασίλης Μαζωμένος
Δεν ξέρω αν είμαι κινηματογραφιστής που γράφει ποιήματα ή ποιητής που κάνει ταινίες. Η ερώτηση βολεύει τις επαγγελματικές ταυτότητες, αλλά δεν περιγράφει τον τρόπο που δουλεύω. Ένα πρόσωπο εμφανίζεται πρώτα σε έναν στίχο και χρόνια μετά ζητά να μπει σε μια σκηνή. Ένας τόπος που κινηματογράφησα επιστρέφει σε ένα αφήγημα χωρίς να τον έχω καλέσει. Ο πατέρας, η μάνα, ο νεκρός, ο ξένος, ο άνθρωπος που χάνει τη θέση του στον κόσμο: αλλάζουν ονόματα και σώματα. Επιμένουν όμως να γυρίζουν.
Ο τόμος Ποιήματα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός, συγκεντρώνει τις συλλογές Άγιοι της κόλασης, Η πτώση του αιώνα, Η Μήδεια των άστρων και τον Αιώνα. Γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους και τις ξαναδούλεψα για να σταθούν σήμερα μαζί. Δεν προσπάθησα να σβήσω την απόσταση ανάμεσα στις συλλογές. Ξαναδιάβασα τα παλιά ποιήματα από τη θέση όπου βρίσκομαι σήμερα: κάποια τα άλλαξα, κάποια τα άφησα όπως ήταν, γιατί ήθελα να παραμείνει μέσα στο βιβλίο και η φωνή εκείνου που τα έγραψε.
Στα ποιήματα υπάρχουν άγγελοι που αυτοκτονούν και θεοί που πεθαίνουν. Υπάρχει η υμνογραφία, αλλά και η γλώσσα της αγοράς και της μηχανής. Ο Εμπεδοκλής μπορεί να βρεθεί κοντά στον Κέυνς· η Μήδεια κάτω από έναν ουρανό γεμάτο τεχνητό φως. Δεν ένωσα αυτά τα υλικά για να κατασκευάσω ένα παράξενο σκηνικό. Έτσι έβλεπα, και εξακολουθώ να βλέπω, την εποχή μου: οι παλιοί μύθοι δεν εξαφανίστηκαν όταν ήρθαν οι οθόνες. Άλλαξαν τόπο κατοικίας.
Έγραψα για έναν Αιώνα που γεννιέται. Ένα παιδί ζητά από τη μητέρα του ψωμί και λάδι, φωνάζει τον πατέρα του και βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν κόσμο ήδη τραυματισμένο. Αυτός ο Αιώνας δεν είναι μια ιδέα που απέκτησε ανθρώπινη μορφή για να γίνει πιο εύληπτη. Είναι η απορία μου για το τι παραδίδουμε στα παιδιά μας. Πόσο από το βάρος που θα κουβαλήσουν τους ανήκει; Πόσο το έχουμε τοποθετήσει εμείς στους ώμους τους πριν καν γεννηθούν;
Η ίδια απορία διατρέχει και τις ταινίες μου. Στο Χρήμα η εξουσία αποκτά τη μορφή μιας σκοτεινής μυθολογίας. Στη Μνήμη ο χρόνος δεν συμπεριφέρεται σαν ευθύς δρόμος. Στις Γραμμές άνθρωποι συνθλίβονται από μια κρίση που εισβάλλει στο σώμα, στην εργασία, στην ίδια την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους. Στην Εξορία το σύνορο είναι ταυτόχρονα πραγματικός τόπος και εσωτερική κατάσταση. Στην Άπειρη Γη, μέσα από έναν άνθρωπο, την οικογένειά του και την Ήπειρο, επιστρέφω στη μετανάστευση, στη μνήμη και στη ζωή που συνεχίζεται αφού ένα πρόσωπο έχει φύγει. Οι ταινίες αυτές δεν αφηγούνται την ίδια ιστορία. Τις διατρέχει όμως η ίδια πεποίθηση: κάθε ανθρώπινο ον είναι ο εαυτός του και, μαζί, ολόκληρος ο κόσμος.
Όταν γράφω σενάριο, πρέπει να αναμετρηθώ με το σώμα ενός ηθοποιού, με έναν χώρο, με τη διάρκεια ενός βλέμματος. Το ποίημα μπορεί να περάσει από τη γέννηση στην καταστροφή μέσα σε τρεις στίχους. Στο αφήγημα μπορώ να μείνω περισσότερο κοντά σε μια φωνή, να την ακολουθήσω ακόμη κι όταν παραπλανά τον εαυτό της. Αυτές οι μορφές έχουν διαφορετικές απαιτήσεις. Δεν θέλω να τις κάνω να μοιάζουν. Θέλω να δω μέχρι πού μπορεί να φτάσει η καθεμιά με το υλικό που επιστρέφει στα χέρια μου.
Στα αφηγήματα που δουλεύω τώρα συναντώ ξανά τον εκτοπισμένο, τον άνθρωπο που επιστρέφει σε ένα σπίτι όπου ίσως δεν τον περιμένει κανείς. Δεν τους σκέφτομαι ως ήρωες που θα εξηγήσουν ένα κοινωνικό πρόβλημα ή θα ενσαρκώσουν μια θεωρία. Με ενδιαφέρει η στιγμή που μια πράξη τούς φέρνει αντιμέτωπους με όσα πίστευαν για τον εαυτό τους. Τότε αρχίζει η ιστορία. Συχνά εκεί αρχίζει και το ποίημα.
Έχω την τάση να επιστρέφω στους νεκρούς. Το ξέρω. Οι νεκροί στα έργα μου, όμως, δεν κατοικούν ήσυχα στο παρελθόν. Κάποιος τους καλεί, κάποιος τους αποφεύγει, κάποιος μιλά με τη φωνή τους χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Το ίδιο συμβαίνει με την Ιστορία. Μπορείς να την κλείσεις σε ένα βιβλίο, αλλά θα τη βρεις ξανά στο οικογενειακό τραπέζι, στον τρόπο που προφέρεται ένα όνομα, σε μια αναχώρηση για την οποία κανείς δεν μιλά.
Γι’ αυτό η επιστροφή στα παλιά ποιήματα είχε δυσκολία. Δεν αρκούσε να διορθώσω λέξεις ή να αποφασίσω τη σειρά τους. Έπρεπε να σταθώ απέναντι στις φωνές που τα έγραψαν. Έκοψα ό,τι δεν άντεχε πια. Κράτησα και στίχους που ο σημερινός εαυτός μου ίσως θα φοβόταν να γράψει. Η επιμέλεια δεν μπορεί να γίνει διόρθωση του παρελθόντος.
Ο αναγνώστης μπορεί να μπει στον κόσμο αυτού του βιβλίου από πολλές πόρτες: από την οργή, από την απώλεια, από τον μύθο, από μια εικόνα που του φαίνεται ακατανόητη και δεν τον αφήνει να προχωρήσει. Δεν του ζητώ να ακολουθήσει τη δική μου διαδρομή. Κι εγώ άλλωστε δεν την ήξερα όταν άρχισα. Μόνο όταν έβαλα δίπλα δίπλα τα ποιήματα, τα σενάρια, τις ταινίες και τα αφηγήματα κατάλαβα πόσες φορές είχα επιστρέψει στο ίδιο σημείο. Όχι για να το εξηγήσω οριστικά. Για να δω τι είχε αλλάξει εκεί και τι είχε αλλάξει σε μένα.




