«Στα μάτια της» | Μάρθα Βρυσούλη – Ξυτάκη
Τα πρώτα γραπτά μου, που τύγχαναν ευρείας αποδοχής , ήταν οι εκθέσεις στο σχολείο. Συνήθως διαβάζονταν στην τάξη και κάποιες βραβεύτηκαν . Αυτό δεν σημαίνει ότι γι’αυτόν τον λόγο ξεκίνησα να γράφω. Εγραφα γιατί στο χαρτί μπορούσα να αποτυπώσω, σκέψεις, συναισθήματα, προβληματισμούς.
Με την ποίηση η σχέση μου ήταν άμεση, ξεκινώντας κι’αυτή από το σχολείο. Πάντα με διάλεγαν να απαγγέλω κάποιο ποίημα στις Εθνικές Εορτές και πάντα υπάκουα. Στην έκτη τάξη του Γυμνασίου στήλωσα τα πόδια και απαίτησα να απαγγείλω το αγαπημένο μου. Τον «Αστραπόγιαννο» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Ένα τεράστιο ποίημα, που έμαθα απ’έξω και που το απήγγειλα, αλλάζοντας κάθε λίγο την φωνή μου. Θρίαμβος !
Τα χρόνια περνούσαν και κάθε τόσο, κάτι ερχόταν στο μυαλό μου που με παρότρυνε να το γράψω. Πότε παραμύθι, πότε ποίημα, πότε διήγημα. Καποια βραδιά σε μια παρέα φίλων, διάβασα τα πρώτα παραμύθια. Η έκπληξη και η συγκίνησή τους, έφερε και σε μένα δάκρυα στα μάτια. Με παρότρυναν να τα εκδώσω. Ετσι γεννήθηκε το πρώτο βιβλίο «Παραμύθια δίχως σύνορα» (Εκδόσεις Δωδώνη).
Εγραψα κι’άλλα παραμύθια που σήμερα δημοσιεύονται σε εφημερίδες της ιδιαίτερης πατρίδας μου της Κεφαλονιάς, που για τα τότε δεδομένα ήταν τολμηρά.
Μετά ήρθε η ποίηση. Σαν κάτι να με πίεζε να γράψω αυτό που έσκαγε στο μυαλό μου σαν αστραπή και που έπρεπε να το γράψω άμεσα, γιατί μετά το ξεχνούσα. Γι’αυτό προμηθεύτηκα σημειωματάρια και μολύβια, διαφορετικά γέμιζα με στίχους αποδείξεις βενζίνης και του σούπερ μάρκετ. Υπάρχουν παλιές ατζέντες με ποιήματα που έχω ξεχάσει γιατί ή για ποιόν τα έγραψα. Τι σημασία έχει; Οποιος κι’αν ήταν, τότε θα του άξιζε. Σημασία έχει ότι όσοι τα διάβαζαν, εύρισκαν κάτι δικό τους εκεί. Αυτό μου έδινε την ώθηση να συνεχίσω να γράφω. Ξεκίνησα και ένα μυθιστόρημα, που όταν διάβασε τις πρώτες σελίδες ο αείμνηστος εκδότης της ¨Δωδώνης¨ Βαγγέλης Λάζος, μου είπε να μην τολμήσω και δεν το τελειώσω. Λοιπόν δεν το έχω τελειώσει. Ευελπιστώ όμως ότι θα έρθει αυτό το τέλος.
Η ποίηση με συνεπήρε. Ετσι δημιουργήθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή «Το Ονειρο» (Εκδόσεις Ιωλκός) η δεύτερη «Σημάδια και χάδια» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης) και τώρα η τρίτη «Στα μάτια της» (Εκδόσεις Ιωλκός). Το βιβλίο αυτό μιλάει για βλέμματα. Δικά μου στα χρόνια, που περνούν, σε ό,τι χάνεται και το ψάχνω, σε ό,τι κερδίζω ακόμη και μέσα από ενοχές, παράπονο, πόνο και θλίψη. Μιλάει όμως και για τα βλέμματα των άλλων, που προσπάθησα να διαβάσω χωρίς να τα καταφέρνω πάντα. Λένε ότι τα μάτια μιλούν. Ναι, αλλά λένε την αλήθεια πάντα; Και για ποιόν η αλήθεια του, βρίσκει ανταπόκριση στα μάτια του άλλου; Πόσες αλήθειες υπάρχουν; Ισως όσες και τα βλέμματα. Αργησα ν’αποφασίσω, να απορίπτω την σκοτεινιά στο βλέμμα. Κρύβει μαχαίρια που δημιουργούν ρωγμές στην επιδερμίδακι’αν δεν τις προλάβεις κακοφορμίζουν και διαλύουν νεύρα καιιστούς. Είναι ο αρχαίος φθόνος, δύναμη ανίκητη και η μετατροπή του σε αρρώστια που κατατρώει αυτά τα σκοτεινά βλέμματα και που σιγάσιγά, γίνεται δική σου. Δεν ξεφεύγουμε πάντα από αυτά τα βλέμματα, όμως η ζωή είναι μπροστά και είμαστε υποχρεωμένοι να την ζήσουμε. Με ή χωρίς αρρώστια.
Το βιβλίο μιλάει ακόμα για εκείνες τις γειτονιές, αγκαλιές που χάθηκαν για πάντα. Με θλίβουν τα παλιά, έρημα σπίτια, τα χορταριασμένα σοκάκια, που μας ζητούσαν τόσο λίγα και μας έδιναν τόσα πολλά. Μια αμάδα στα πόδια, ένας φιόγκος στα μαλλιά και όλος ο κόσμος μας ανήκε. Τώρα όλος ο κόσμος στη χούφτα μας, κυλάει και φεύγει όπως το νερό, μόλις απομακρυνθούν τα δάχτυλα το ένα από το άλλο. Οσο κι’αν τα σφίγγουμε οι σταγόνες ξεφεύγουν σαν τις στιγμές, που κυλούν χωρίς την συνειδητοποίηση ότι περνάνε με τρελλή ταχύτητα.
Όμως ο άνθρωπος είναι εκπαιδευμένος από την φύτρα του να προχωράει. Αλλοτε τρέχοντας, άλλοτε σκοντάφτοντας, πάντοτε όμως με την ελπίδα να ξανασηκωθεί. Μπορεί τότε να μη φοράει τα ίδι παπούτσια, τα βουνά να είναι βουνά, η βουτιά να είναι στο ένα μέτρο και όχι στα δέκα, όμως κι’εκεί θα βρει κοχύλια, πολύχρωμα βότσαλα και αστερίες. Μπορεί να μη φτάνει το τραυματισμένο πουλί να χτίσει φωλιά στο ψηλότερο κλαδί της λεύκας, αλλά υπάρχουν σκίνα, μυρτιές ακόμη και δεντρολίβανα για να κουρνιάσει και να αφεθεί στο άρωμα τους.
Γι’αυτά όλα μιλάω σ’αυτό το βιβλίο. Όχι για να συμβουλεύσω, αλλά για να μοιραστώ τις στιγμές μου. Στιγμές πού με καθόρισαν και είμαι αυτό που είμαι, ό,τι κι’αν είναι αυτό.
Είμαι εγώ.








