Μαρία Γεννάτου | Αβαρείς – η ιστορία ενός βιβλίου που δεν επιλέχθηκε
Άρχισα να γράφω μετά τα 45. Όχι γιατί το αποφάσισα – γιατί δεν μπορούσα πια να μην το κάνω.
Το έναυσμα ήταν απρόσμενο. Το παιδί μου μεγάλωνε με καθυστέρηση λόγου και προσπαθούσα να βρω λέξεις για να ευχαριστήσω τη λογοθεραπεύτριά του – να πω αυτό που ένιωθα για τη δουλειά της, για αυτό που άλλαξε. Μέσα από εκείνη την αναζήτηση λέξεων, βρήκα και τις δικές μου. Δεν το επέλεξα. Ήρθε.
Τα ποιήματα ερχόντουσαν αυτόνομα από τότε – το καθένα από τη δική του στιγμή, χωρίς να ξέρω ότι ανήκαν στον ίδιο τόπο. Ήταν βιωμένα. Ωμά. Μη ειπωμένα. Δεν ήθελα να τα ωραιοποιήσω και δεν ήθελα να τα δραματοποιήσω. Ήθελα να πω αυτό που ήξερα ότι αληθεύει αλλά δεν είχε βρει ακόμα λέξεις.
Η συλλογή πήρε σχήμα αργά. Έπρεπε να βάλω σε σειρά ποιήματα που δεν είχαν γραφτεί με σειρά – να βρω την αρχιτεκτονική αυτού που είχε ήδη γραφτεί. Ψάχνοντας, ανακάλυψα την πορεία: από το βάρος στην αναζήτηση αβαρείας. Όχι λύτρωση. Μόνο η αίσθηση.
Ο τίτλος ήταν πάντα εκεί. Στο ομώνυμο ποίημα, η φωνή δεν ζητά να πετάξει – ζητά μόνο να νοιώσει πώς είναι. Αυτή η διάκριση – ανάμεσα στη λύτρωση και στην αίσθηση – ήταν το κλειδί για όλα.
Οι «Αβαρείς» δεν είναι ποίηση που παρηγορεί. Δεν κατευθύνει τον αναγνώστη στο πώς να νοιώσει. Αφήνουν κενό. Και μέσα σε αυτό το κενό μπαίνει ο αναγνώστης με το δικό του υλικό.
Αυτό που ελπίζω να του δώσει η συλλογή είναι αναγνώριση. Να βρει κάπου μέσα κάτι που ήξερε βαθιά αλλά δεν είχε βρει ποτέ σε λέξεις. Και αυτή η αναγνώριση — το να νοιώσει ότι κάποιος το είπε επιτέλους — να του αφαιρέσει λίγο από τη μοναξιά του πράγματος. Χωρίς να το λύσει.
Γράφω με εικόνες που δεν επιδιώκουν να είναι ωραίες – επιδιώκουν να είναι αληθινές. Το σώμα είναι πάντα παρόν στη γραφή μου – όχι ως μεταφορά, αλλά ως τόπος όπου συμβαίνουν τα πράγματα. Ο κορμός που γίνεται μπαλαρίνα πριν πέσει. Η ανάσα που χαρίζεται σε έναν νεκρό. Οι πλαστικοί ήλιοι στο στηθαίο που κάποιος ανανεώνει κάθε τόσο για έναν άγνωστο. Αυτές δεν είναι εικόνες που σχεδιάζονται – έρχονται από κάτι που έχει ζήσει στο σώμα.
Παράλληλα με την ποίηση, η επαγγελματική μου πορεία είναι εντελώς διαφορετική – είμαι μηχανικός λογισμικού με πάνω από είκοσι χρόνια εμπειρία. Αυτή η συνύπαρξη δεν με εκπλήσσει πια. Η τεχνική ακρίβεια και η ποιητική ακρίβεια δεν είναι τόσο διαφορετικές – και οι δύο ζητούν να λες ακριβώς αυτό που εννοείς, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο.
Η ανάλυση – χρόνια Λακανικής ψυχανάλυσης – έχει διαμορφώσει τον τρόπο που βλέπω. Δεν γράφω για να θεραπευτώ. Γράφω γιατί κάτι ζητάει να ειπωθεί με αυτό τον τρόπο και όχι με κανέναν άλλο.
Η συλλογή κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ιωλκός και είναι το πρώτο μου βιβλίο. Ήδη εργάζομαι στη δεύτερη συλλογή – «Σαν ζωή» – που έρχεται να συμπληρώσει τις «Αβαρείς». Αν η πρώτη είναι η ακτινογραφία του εαυτού, η δεύτερη είναι η ακτινογραφία της σχέσης – με τους άλλους, με τη ζωή, με αυτό που μένει όταν αφαιρέσεις το βάρος.
Αν έπρεπε να πω σε μια πρόταση τι είναι οι «Αβαρείς»: είναι ποίηση για το τίμημα της συνείδησης – και για την αναζήτηση μιας στιγμής αβαρείας μέσα σε αυτό.
Μαρία Γεννάτου








