Το πείραμα του αστεριού και άλλα διηγήματα | Ελένη Ονάσογλου
Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε ξεκίνησα να γράφω, ήμουν όμως πολύ μικρή. Αυτό που θυμάμαι είναι η ανάγκη που ένιωθα. Μια ανάγκη να δώσω υπόσταση στους φανταστικούς κόσμους που το μυαλό μου, με κάθε αφορμή, έπλαθε. Συνήθως, ερεθίσματα υπήρξαν για μένα ερειπωμένα σπίτια, σκελετωμένα δέντρα, ο χειμώνας, η άγρια θάλασσα. Σκεφτόμουν τον εαυτό μου σε κάθε πιθανή θέση τραγικής ηρωίδας, που πάντα ήταν η Αντιγόνη.
Αυτούς τους κόσμους, τους δικούς μου, ήθελα να τους αποτυπώνω σε χαρτί στην παιδική μου ηλικία, σε μια παλιά γραφομηχανή του παππού μου στην εφηβεία και αργότερα σε υπολογιστή. Η αλήθεια είναι ότι προτιμώ να γράφω σε χαρτί, αλλά δυσκολεύομαι στη συνέχεια να καταλάβω τι έχω γράψει, εξαιτίας των «ιατρικών» γραμμάτων μου. Μια ωραία παραίνεση της αδερφής μου είναι να πηγαίνω σε φαρμακοποιό να μου κάνει τη μετάφραση. Μέχρι τότε όμως, για λόγους πρακτικούς, καταλήγω τις περισσότερες φορές να γράφω σε υπολογιστή.

Και πάντα με μουσική. Ενώ, όσο παράξενο κι αν είναι, δεν μπορώ να διαβάσω με μουσική και χρειάζομαι απόλυτη ησυχία, το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει όταν θέλω να γράψω. Χρειάζομαι πάντα μουσική. Έχω συγκεκριμένα κομμάτια κλασικής μουσικής που, ανάλογα με το θέμα, με βοηθούν να μπω στο κλίμα. Καθόλου περίεργο, αν σκεφτεί κανείς ότι όταν μαζευόμαστε οικογενειακά και τολμήσω να επιλέξω μουσική, όλοι φωνάζουν να την αλλάξω.
Μου έρχεται τώρα μια εικόνα: εγώ μικρή, κλεισμένη στο δωμάτιο των γονιών μου, τα πρωινά της Κυριακής, να ακούω από την ΕΡΤ κλασική μουσική. Η μητέρα μου άνοιγε την πόρτα, έκανε τον σταυρό της και έφευγε.
Ας ξαναγυρίσω όμως στο βιβλίο. Αυτά κάνει το μυαλό μου και χάνεται συνέχεια σε ιστορίες.

Το βιβλίο, λοιπόν, «Το πείραμα του αστεριού και άλλα διηγήματα» προέκυψε σταδιακά. Οι ιστορίες γράφτηκαν σε διαφορετικές στιγμές, άλλοτε από προσωπικά βιώματα και άλλοτε από αφηγήσεις άλλων που με άγγιξαν και έμειναν μέσα μου. Αγαπώ να μου διηγούνται λαϊκούς θρύλους, περίεργους μύθους, ιστορίες για εμφανίσεις θεών και δαιμόνων.
Η γραφή αυτών των διηγημάτων δεν ήταν μια γραμμική διαδικασία. Πολλές φορές, γράφω μια πρόταση και ενθουσιάζομαι τόσο που αφήνω το στυλό και επιστρέφω σε αυτή μετά από μήνες. Πάντα όμως, όταν ξεκινάω ένα διήγημα, γνωρίζω εξαρχής το τέλος. Όλους τους πρωταγωνιστές που γεννιούνται στο μυαλό μου, για κακή τους τύχη, τους βρίσκει πάντα το ίδιο τέλος. Δεν είναι μανιέρα· είναι αυτό που νιώθω ότι τους πρέπει, για να υπάρξει μια ανύψωση στο διήγημα.
Οπότε, αν και τα διηγήματα είναι φαινομενικά ανεξάρτητα και διαφορετικές ιστορίες, έχουν τον ίδιο πυρήνα. Είναι ίσως η δική μου ανάγκη να ξορκίσω το προκαθορισμένο τέλος του ανθρώπου, με το οποίο καθόλου δεν είμαι συμφιλιωμένη. Όλα αυτά τα ερωτήματα, φιλοσοφικά και βαθιά προσωπικά, στα οποία αναζητώ απαντήσεις, ίσως μάταια, είναι ο τρόπος μου να μιλήσω.
Ίσως κάπου εκεί να βρίσκεται και η δυνατότητα να συναντηθούμε, να αναγνωρίσετε μέσα από τις δικές μου ιστορίες κάτι δικό σας: μια μνήμη, έναν φόβο, μια απουσία.
Σας εύχομαι μια καλή και ευχάριστη ανάγνωση του βιβλίου (κάπου εδώ σας κλείνω το μάτι) και, αν ποτέ συναντηθούμε, μην με αφήσετε να επιλέξω τη μουσική που θα ακούσουμε.








