Σπονδυλωτό, γιατί αποτελείται από 12 πορτρέτα καθόλου φανταστικών γυναικών, οι οποίες υπήρξαν, πράγματι, φιλενάδες της γιαγιάς μου. Το καθένα από αυτά τα πορτρέτα αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο του βιβλίου, με διαφορετικό αριθμό σελίδων, ανάλογα με το πόσο πολλά ή λίγα στοιχεία είχα για τη ζωή των ηρωΐδων μου.
Ιστορικό είναι το μυθιστόρημα επειδή οι γυναίκες αυτές έζησαν τον 20ο αιώνα από τις αρχές του, οπότε βίωσαν κάποια από τα ιστορικά γεγονότα που τον σημάδεψαν (π.χ. Μικρασιατική καταστροφή, κατοπινοί διωγμοί των Ελλήνων της Πόλης, Δικτατορία του Μεταξά, B΄ Παγκόσμιος πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, εξορίες, χτίσιμο του Τείχους του Βερολίνου, καθεστώς Νάσερ στην Αίγυπτο, επταετία Χούντας, γεγονότα του Πολυτεχνείου, τουρκική εισβολή στην Κύπρο, κλπ.), παράλληλα με τη δική τους προσωπική ζωή.
Εκείνο που διαφοροποιεί το μυθιστόρημα αυτό από κάποια προηγούμενα έργα μου που έχουν επίσης πρωτοπρόσωπη αφήγηση, είναι το γεγονός ότι, αυτή τη φορά, το «εγώ» που αφηγείται είναι πραγματικά η συγγραφέας και όχι κάποιος φανταστικός ήρωας.
Ας δούμε, λοιπόν, πώς εμπνεύστηκα αυτό το βιβλίο:
Καθώς μια μέρα συλλογιζόμουν τη ζωή που έζησε η εκ μητρός γιαγιά μου, ως σύζυγος στρατιωτικού γιατρού -ο οποίος είχε πάρει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στη Μικρασιατική Εκστρατεία κι, αργότερα, στον πόλεμο του ’40, στην Αλβανία-, συνειδητοποίησα πως όλες σχεδόν οι γυναίκες της γενιάς της, θα πρέπει να είχαν, λίγο ως πολύ, αντίστοιχα βιώματα. Μια κι η γιαγιά μάς είχε αφήσει χρόνους προ πολλού, τότε που μου ήρθε η ιδέα να γράψω για τις φιλενάδες της, τις περισσότερες πληροφορίες μου για τις ζωές τους τις άντλησα από τη μητέρα μου, που τις είχε γνωρίσει και ως ενήλικη, ενώ εγώ είχα μόνο κάποιες ανεπαρκείς αναμνήσεις ως παιδί.
Εμπλούτισα, φυσικά, αυτές τις θύμησες της μητέρας μου με στοιχεία ιστορικά, γεωγραφικά, κοινωνικά, κλπ. που βρήκα στο Ίντερνετ καθώς και με ανεκδοτολογικές λεπτομέρειες που άντλησα από τις φωτογραφίες των οικογενειακών μας άλμπουμ (κοινωνικές εκδηλώσεις, εκδρομές, κλπ.).
Τέλος, για να ζωντανέψει η αφήγηση, πρόσθεσα διαλόγους και κάποιες λεπτομέρειες από τη φαντασία μου, μια και πρόκειται και για μυθιστόρημα, αλλά, ως επί το πλείστον, παραμένοντας πιστή στα γεγονότα της ζωής της κάθε μίας απ’ αυτές τις κυρίες.
Οι μόνες ουσιαστικές αλλαγές που επέτρεψα στον εαυτό μου να κάνει -για ευνόητους λόγους-, αφορούν κυρίως ονόματα και τόπους. Πάντως, οι συχνά απίστευτες περιπέτειες που βίωσαν οι γυναίκες αυτές, χαρακτηριστικές εκπρόσωποι της μεσοαστικής τάξης που είδαν τις ιστορίες της ζωής τους να μπλέκονται στα γρανάζια της Ιστορίας -με ιώτα κεφαλαίο-, είναι πέρα για πέρα αληθινές!
Όσο προχωρούσε, πάντως, το γράψιμο του βιβλίου, συνειδητοποιούσα πως εκείνο που υπήρξε το βασικό κίνητρο για τη συγγραφή του δεν ήταν, τελικά, η διάθεσή μου να μελετήσω τις αντιδράσεις των ηρωΐδων μου απέναντι στις ιστορικές συγκυρίες που εμπόδιζαν τα σχέδιά τους, αλλοίωναν τις σχέσεις τους κι επηρέαζαν τις ζωές τους: ήταν, κυρίως, η δική μου διάθεση να αποτίσω -μέσω αυτών των γυναικών- τον φόρο τιμής που όφειλα στη γιαγιά που, ουσιαστικά, μας μεγάλωσε, την αδελφή μου κι εμένα!
Γλυκιά, ακούραστη, αισιόδοξη, αξιοπρεπής, πολύ κοκέτα και πάντοτε διακριτική, η γιαγιά η Δέσποινα έμενε στο ίδιο σπίτι με μας, μαζί με τον παππού, ο οποίος πέθανε τρία χρόνια πριν απ’ τον πατέρα μας, που τον χάσαμε πολύ νωρίς. Εκείνη, ωστόσο, έζησε αρκετά χρόνια και πρόλαβε να μας δει ολόκληρες κοπέλες. Δυστυχώς, εγώ δεν πρόφτασα να την αποχαιρετήσω, γιατί έφυγε ξαφνικά απ’ τη ζωή στο διάστημα που έλειπα στο Λονδίνο για μεταπτυχιακά. Το βιβλίο αυτό είναι, ως εκ τούτου, κι ένας αποχαιρετισμός, μαζί μ’ ένα πελώριο «Ευχαριστώ», ετεροχρονισμένα και τα δυό επί σαράντα -και βάλε- χρόνια.
Μπορεί, λοιπόν, οι πρωταγωνίστριές του να είναι οι δώδεκα κυρίες των οποίων τα ονόματα αποτελούν τους τίτλους των κεφαλαίων του (π.χ., «Η ‘θεία’ Όλγα», «Η δεσποινίς Αγγέλα», «Η ‘κυρία’ Μαρίκα», κλπ.), αλλά ο συνεκτικός ιστός αυτού του μυθιστορήματος είναι η σχέση τους με τη γιαγιά μου. Και μπορεί να «φωτίζονται» οι δικές τους ιστορίες και περιπέτειες, εντούτοις, ζωγραφίζεται μέσα απ’ αυτές η τρυφερή προσωπικότητα της αγαπημένης μου γιαγιάς.
Το βιβλίο δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε γυναικείο κοινό, δεδομένου ότι τα ιστορικά γεγονότα στα οποία αναφέρεται αφορούν όλους κι ότι, δίπλα στους γυναικείους χαρακτήρες -που πρωταγωνιστούν, φυσικά- παρουσιάζονται και οι αντιδράσεις πολλών ανδρικών χαρακτήρων στα γεγονότα αυτά.
Στο εξώφυλλο εικονίζονται κάποιες φιλενάδες και συγγενείς της γιαγιάς, μα εκείνη την ίδια, μια κι είναι ουσιαστικά το τιμώμενο πρόσωπο, τη βλέπουμε και σε δύο άλλες φωτογραφίες, εκτός της κεντρικής, όπου δεσπόζει με την παρουσία και το ύφος της!

ΒΙΟΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη και σπούδασα στην Ελλάδα (Γαλλική Φιλολογία στο Α.Π.Θ.), στην Αγγλία (Master of Arts, στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου) και στη Γαλλία (Διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο Sorbonne Nouvelle, Paris III). Δίδαξα επί μια 35ετία στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ., έχω συμμετάσχει σε πολλά Συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχω εκδώσει σε επιστημονικά περιοδικά σειρά άρθρων, σχετικών με τις ειδικότητές μου: Γαλλική Λογοτεχνία 20ου και 21ου αιώνα, με εξειδίκευση στο μυθιστόρημα, Συγκριτική Γραμματολογία, Σύγχρονη Μυθιστορηματική Αυτογραφία.
Εξέδωσα επίσης δύο εκτενέστατες μονογραφίες (στο «University Studio Press», Θεσσαλονίκης): Η πρώτη, στα γαλλικά, με τον τίτλο «Instantanés et jeux de miroirs», αφορά τις κινηματογραφικές, φωτογραφικές, κλπ. «οπτικές» τεχνικές αφήγησης που χρησιμοποιεί ο Alain Robbe – Grillet στην αυτοβιογραφική τριλογία του, Les Romanesques (2010). Η δεύτερη, στα ελληνικά, έχει τον τίτλο «Ανατροπές» κι εξετάζει τη γλώσσα ως εργαλείο / όπλο για την αμφισβήτηση του κατεστημένου στο σύνολο των έργων του Raymond Queneau και του Παύλου Μάτεσι (2016).
Στο παρελθόν, έχω μεταφράσει γαλλικά και αγγλικά μυθιστορήματα (όπως έργα των R. Queneau, R. Pinget, R. Dahl, A. Carter κ.α.) για τις εκδόσεις «Γράμματα».
Έχω εκδώσει (στις εκδόσεις «Μέθεξις», Θεσσαλονίκης) 3 συλλογές διηγημάτων:
ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ ΤΣΕΠΗΣ (2018), ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (2019),
ΑΣΤΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ (2020), καθώς και 2 τόμους με νουβέλες: ΔΟΥΛΑ (2022) και ΤΡΙΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΚΑΘΟΝΤΑΝ… (2023), που παρουσιάστηκαν σε διάφορες πόλεις.
Εξέδωσα επίσης ένα πεζό κείμενο με τίτλο ΤΑ ΣΥΡΜΑΤΑ (2024), μία διασκευή του οποίου παίχτηκε σε θέατρο της Θεσσαλονίκης (χειμερινή σεζόν 2024).
Από το 2017 συνεργάζομαι συχνά με το πολιτιστικό περιοδικό Θεσσαλονικέων Πόλις, δημοσιεύοντας διηγήματα και βιβλιοκριτικές. Ένα διήγημά μου («Η μανιβέλα») δημοσιεύτηκε (2023) στο λογοτεχνικό περιοδικό Εντευκτήριο.
Είμαι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας και της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
Τέλος, έχω σπουδάσει 8 χρόνια στο θεατρικό εργαστήρι «Νέμεσις», καθώς και σε Ωδεία («Μακεδονικό», «Εν Χορδαίς», «Σείκιλος») κι έχω παρακολουθήσει αρκετά μουσικά και θεατρικά σεμινάρια στη Θεσσαλονίκη, στη Χαλκιδική, στη Μονεμβασιά και στο Πήλιο. Ασχολούμαι επί πολλά χρόνια ερασιτεχνικά -και πρόσφατα κι επαγγελματικά- με τη μουσική και το θέατρο: έχω λάβει μέρος σε συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις για μεγάλους (ως ηθοποιός) και παιδιά (ως μουσικός) και σε παραστάσεις σε διάφορες μουσικές σκηνές της Θεσσαλονίκης.
ΛΙΖΑ ΜΑΜΑΚΟΥΚΑ








